βρυώδης

βρῠώδης, ες,
A full of seaweed, Arist.HA543b1; τὰ β., = seaweed, Gp.2.22.2; of a ship,

β. ἐπιπάγους προσάγεσθαι Plu.2.641e

.
2 'mossy', flabby,

σὰρξ πλαδαρὸς καὶ β. Alex.Aphr.Pr.2.62

, cf. Gal.10.195, Sor.1.82
,95.
II catkin-like,

ἄνθος Dsc.1.87

, 4.181.
III = δυσώδης, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρυώδης — full of seaweed masc/fem acc pl (attic epic doric) βρυώδης full of seaweed masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) βρυώδης full of seaweed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυώδης — ες (Α βρυώδης, ες) [βρύον] γεμάτος βρύα νεοελλ. όμοιος με βρύο …   Dictionary of Greek

  • βρυώδει — βρυώδης full of seaweed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) βρυώδης full of seaweed masc/fem/neut dat sg βρυώδεϊ , βρυώδης full of seaweed dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυώδη — βρυώδης full of seaweed neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) βρυώδης full of seaweed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) βρυώδης full of seaweed masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυῶδες — βρυώδης full of seaweed masc/fem voc sg βρυώδης full of seaweed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυώδεις — βρυώδης full of seaweed masc/fem acc pl βρυώδης full of seaweed masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυώδεσι — βρυώδης full of seaweed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρυώδους — βρυώδης full of seaweed masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

  • πιλέα — (pilea). Φυτό δικοκτυλήδονο της οικογένειας των Ουρτικιδών. Αριθμεί 150 είδη, που ευδοκιμούν σε τροπικές και παρατροπικές περιοχές, κυρίως της Αμερικής. Οι π. είναι πόες πολυετείς ή μονοετείς, με φύλλα αντίθετα και τρίνευρα. Τα άνθη τους είναι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.